|
UNKLE - War Stories
1.
/ 2. Chemistry
/ 3. Hold My Hand
/ 4. Restless (feat. Josh Homme)
/ 5. Keys To The Kingdom (feat. Gavin Clark)
/ 6. Price You Pay
/ 7. Burn My Shadow (feat. Ian Astbury)
/ 8. May Day (feat. The Duke Spirit)
/ 9. Persons & Machinery (feat. Autolux)
/ 10. Twilight (feat. 3D)
/ 11. Morning Rage
/ 12. Lawless
13. Broken (feat. Gavin Clark)
/ 14. When Things Explode (feat. Ian Astbury)
Surrender All
/ 9 July 2007
Υπάρχουν αρκετές κουβέντες στο forum
περί της αντικειμενικότητας στην κριτική και όσον αφορά τη "μουσική
αξία" ενός album και
του «ολα υποκειμενικά είναι» κτλ, η γνωστή συζήτηση δηλαδή. Πάντα πίστευα πως η
υποκειμενικότητα οφείλει να ξεκινά όταν και εκεί ακριβώς που τελειώνει η
αντικειμενικότητα. Και ο τέλειος δίσκος, ο δίσκος ο σωστός, ο πρόστυχος, ο έξυπνος, ο γοητευτικός οφείλει να
κανονίζει και για τα δύο. Το War
Stories είναι αντικειμενικά ένα από
τα πολύ καλά album της
χρονιάς. Και μετά αρχίζουν τα υποκειμενικά, ποιο track σου αρέσει περισσότερο, αν η νέα
διαμόρφωση του ήχου των UNKLE
συμπίπτει με τις προσωπικές σου τάσεις τη δεδομένη στιγμή και πάντα, αν η φωνή του Astbury σε συγκινεί ή θες να βάλεις
τα γέλια.
Οι UNKLE ποτέ
δεν ήταν εύκολα κατηγοριοποιήσιμοι σε αυτές τις 3 ολοκληρωμένες δουλειές που
έχουν να παρουσιάσουν μέχρι σήμερα. Για λόγους ευκολίας ενδεχομένως και
εξαιτίας του πρότερου βίου των κύριων εμπνευστών και δημιουργών τοποθετούνται
στην ευρύτερη κατηγορία της γενικευμένης electronica. Αυτό που συνέβαινε στην
ουσία ήταν διαρκές και αναίσχυντο crossover και gender-bending, επικών διαστάσεων καμία
φορά. Αρκετά άλλαξαν από το Psyence Fiction
του
‘98 μέχρι το Never
Never
Land του
2003 και ακόμα περισσότερα αλλάζουν στο φετινό War Stories. Τα πολλά πολλά ηλεκτρονικά
και strings
έχουν
σχεδόν εξαφανιστεί και τι μένει? To
rawk της
υπόθεσης (που πάντα μπορούσες να το βρείς, if you ask me). Και ελάχιστο σαμπλάρισμα. Δεν είναι τόσο ισοπεδωτικό όσο
ακούγεται αυτό, η μετάβαση είναι πολύ πιο πετυχημένη και λεπτή από αυτή των
πρόσφατων Black
Strobe για
παράδειγμα, τα signature
στοιχεία
των UNKLE
φυσικά
υπάρχουν, όπως και η γερή επεξεργασία του υλικού στο studio πριν
το τελικό αποτέλεσμα. Για ευφάνταστους νεολογιστές το album είναι
rocktronica
ενδεχομένως
και αν αυτό φαίνεται λίγο passé, σκεφτείτε
πόσο γαμώ ήταν οι Death
In Vegas στα
καλύτερα τους ή οι προπέρσινοι Ladytron
ή
και όλα εκείνα τα άτακτα παιδάκια των 90s. Good times, no?
Το πρώτο που πρόσεξα κατά τις αρχικές ακροάσεις του War Stories ήταν
οι καταπληκτικές κιθάρες. Μετά τα απίστευτα drums. Στη συνέχεια τις καλές ερμηνείες, τον ήχο
που ήθελαν και με πολύ δουλειά πέτυχαν και τέλος πως έχουν γράψει
κάποιες πολύ όμορφες μελωδίες ενώ όλα τα tracks μπορούν
να χαρακτηρισθούν καλά τραγούδια. Η βασική μου απορία με την περίπτωση των UNKLE και
κυρίως σε αυτό τον δίσκο, έχει να κάνει με τη δημιουργική διαδικασία. ‘Ωντας ένα
project που αναπτύχθηκε πάνω στους guest
του (Thom Yorke, Beastie Boys, Richard Ashcroft, Ian Brown, Mani κτλ),
είχα πάντα την περιέργεια πως ακριβώς αυτή λειτουγεί, ποιος έρχεται πρώτα: το «όνομα»
ή το τραγούδι. Σε κάθε τραγούδι τους υπάρχουν 5 σειρές με credits (10 αν αρχίσουν και τα samples) και αυτό είναι ενδεικτικό.
Παρακολουθώντας το making
of documentary για
το War Stories, τα πράγματα ξεκαθάρισαν ακόμα
περισσότερο. Το “Burn My Shadow” για παράδειγμα (η
κομματάρα btw)
ξεκίνησε από την ίδια φράση μέσα στο μυαλο του Ian Astbury και στη συνέχεια έγινε
τραγούδι σε ένα studio
στην
Αμερικάνικη έρημο, με τη συμμετοχή όλων αλλά κυρίως του ίδιου του Astbury και
του Chris
Goss. Σε αυτόν τον τελευταίο, ανήκει και μεγάλο
κομμάτι της ευθύνης για τον ήχο του War Stories. To
βιογραφικό
του τον καθιστά εμπνευστή του stoner
rock με
τους Masters
Of Reality και
επειδή δεν τον κατέχω τον όρο θα αρκεστώ στη συνεργασία του με τους Queens Of The Stone Age, στην άποψη του ίδιου του Gross για
τις “out-of-whack Rock” (τρελλαμένες δηλαδή) παραγωγές
του και στα λόγια του ίδιου του Lavelle
πως
είναι ένας “fucking
amazing
guitarist”. Αυτά
τα δύο τελευταία τα επιβεβαιώνω και εγώ και όσοι άκουσαν και θα ακούσουν.
Επιστροφή όμως στον Ian Astbury
για
λίγο ακόμα, μια και είναι από τα πιο σκοτεινά και κύρια αστέρια στο γαλαξία του
War Stories. Ακούγεται ίσως αντιφατικό,
τι να πει ο Astbury
στην
γενικότερη alternative
κοινότητα? 'Οχι και πολλά μάλλον. Ούτε εμένα μου είχε πει ποτέ τίποτα ιδιαίτερο, ούτε
αυτός, ούτε οι Cult
ούτε
και οτιδήποτε συνδέεται αμιγώς με τη λέξη gothic. Περισσότερο έχει εντυπωθεί στη μνήμη
μου ως ο Jim
Morrison
of
the 21st
century. Τον θυμίζει και λίγο το Morrison στα
τελευταία του. Αυτοί που ξέρουν λένε πως έχει μάθει να τραγουδάει. Εγώ λέω πως οι
ερμηνείες του στο “Burn
My Shadow” και “When Things Explode” είναι σχεδόν αφόρητα συναισθηματικές δίνοντας
ένα επιπλέον βάθος στα λόγια, μια καθαρτική προσπάθεια ίσως. To 2o αποτελεί
το τυπικό κλείσμο του album, επικό
και μελαγχολικό, με μεγαλειώδη strings
και
επίκεντρο τη μελωδική γραμμή της φωνής του. Πως κάποιες φορές τα studio freaks μπορούν
να παράγουν κάτι τόσο ανθρώπινο... Το σφίξιμο είναι παρόμοιο με εκείνο του “Pain In Any Language” (Apollo 440/Mackenzie, ναι εκείνο που έκλαιγε και
κλαίει όλος ο κόσμος). Με τη διαφορά οτι ο Astbury είναι
πιθανότερο να δολοφονήσει από το να αυτοκτονήσει... Χαριτωμένη στιγμή από τις ηχογραφήσεις η ατάκα του Lavelle: “Here we are at the studio, doing David Bowie with Ian Astbury”.
Χε.
‘Εχουμε και επανεμφάνιση του Josh Homme
των
QOTSA στο "Restless", το οποίο είναι σαφώς
καλύτερο από κάθε track
μέσα
από το πρόσφατο Era
Vulgaris τους
(εκτός ίσως από το "Sick, Sick, Sick"). Ακούγεται ασταμάτητο, είναι το rock που
μπορείς να χορέψεις με αισθησιακή μαγκιά και ο Homme, όσο και αν δεν τον πάω, είναι απο
εκείνους τους τύπους που στη δίνουν αλλά σε ρίχνουν εύκολα σε ενδεχόμενο πέσιμο
στο μπάρ. Και η κιθάρα του στο ουσιαστικό και εκρηκτικό opener "Chemistry" είναι εξαιρετική.
Πολύ
δουλειά έχει γίνει όμως και από τον Richard
File που
μετά και την συμμετοχή του στο Never
Never Land φαίνεται
να είναι πλέον το έτερο μόνιμο μέλος του σχήματος. Τα lo-fi φαλτσετάκια του συνοδεύουν ιδανικά τo ραδιοκεφαλικό "Price You Pay" αλλά και την πιο groovy rock προσέγγιση
του "Lawless". ‘Οταν δε, τραγουδάει με το Lavelle - ναι τραγουδάει και ο
Lavelle - στο
"Morning Rage" (το ιδανικό τραγούδι για
στραβωμένους και επιθετικούς αγουροξυπνημένους σαν και μένα) καταφέρνουν να
ακούγονται σαν ένας (διπολικός) άνθρωπος. Το τραγούδι που ανέλαβε προσωπικά όμως
ο Lavelle - ελείψει
Ian Brown και
ίσως κακώς γιατί το κομμάτι φωνάζει Manchester και το όνομα του - είναι το "Hold My Hand". Δεν είναι κακός αλλά πολύ
επηρεασμένος και λίγο flat.
Οχι οτι ο Brown
δεν
είναι επίπεδος, αλλά ο τύπος όντως τραγουδάει σαν να είναι ο τελευταίος
άνθρωπος στον κόσμο (σκέψου το...).
Ο 3D
από
τους Massive
Attack πέρα
από ένα μοναδικό artwork, σαμπλάρει
το Solaris και μουρμουρίζει
τα δικά του στο trippy
σκοτεινό
"Twilight". To "Mayday" με τους Duke Spirit
και
σπάνια για UNKLE
γυναικεία
φωνητικά είναι από τις πιο αδύναμες στιγμές, ίσως γιατί είναι πολύ έντονο το garage στοιχείο
του ίδιου του συγκροτήματος. Το ίδιο ισχύει και για το υπόγεια pop "Persons and Maschinery" με τους Autolux (τσεκάρετε
και τις δικές τους δουλειές παρεπιμπτόντως) αλλά με πολύ καλύτερα αποτελέσματα.
Εκεί όμως που πραγματικά πετυχαίνουν τον
επαναπροσδιορισμό και την αποκάλυψη οι UNKLE είναι
με τον Gavin
Clark των Clayhill στα "Keys
To
The
Kingdom" και
"Broken". O καθαρά
pop πυρήνας
τους συνδυάζεται με wave
και
rock στοιχεία
και μία φαινομενικά αταίριαστη αλλά πολύ μελωδική φωνή και το αποτέλεσμα είναι
ακαταμάχητο.
Το tracklist
της
κανονικής έκδοσης κλείνουν δύο ακόμα πραγματείες πάνω στις κιθάρες. To υποτονικό,
country-like "Buying a lie" με τον Lee Gordon και το
δυνατό "Mistress" με την Alice Temple (μου
θύμισε λίγο ΙΑΜΧ) και ένα hidden
μικρό
instrumental
ονόματι
"Tired Of Sleeping". H limited έκδοση
περιλάμβάνει ένα cd
με
instrumentals
όλων
των tracks.
Δεν είναι
λίγοι αυτοί που χαρακτηρίζουν τον James Lavelle καραγκιόζη
και τσαρλατάνο, κατηγορώντας τον πως βάζει το όνομα του στις δουλειές άλλων και
καταριούνται την ώρα και τη στιγμή που έφυγε ο DJ Shadow, ορκίζοντας
τιμή και πίστη στο Psyence Fiction.
Προσωπικά τον συμπαθώ και τον εκτιμώ πολύ για αυτό ακριβώς που είναι, ακόμα και
αν λειτουργεί περισσότερο σαν ενορχηστρωτής και μαέστρος παρά σαν δημιουργός και
ακόμα και αν η σημαντικότερη ικανότητα του είναι να βγάζει ακριβώς εκείνο που
θέλει και τον καλύτερο εαυτό από τους συνεργάτες του. ‘Εχει μια συγκεκριμένη,
ας το πούμε Jack Bauer quality, αξιοθαύμαστη αλλά και εκνευριστική. Για μένα και
πάλι, και κρίνοντας από το τελευταίο του, ευτυχώς που έφυγε ο Shadow. Και
πείτε μου ειλικρινά ποιος έγινε περισσότερο commercial τελικά
(και ποιος πήγε στην πολυεθνική). Η δουλειά του Lavelle στο studio είναι απίστευτα ενδελεχής και ποιοτική και ίσως ο λόγος για την
οποίο καμιά φορά λείπει η ψυχή από τις μουσικές του, αυτό που αντέχει στο χρόνο. Ο Gross του
άνοιξε τα μάτια λέει και κοιτάζει πλέον στη σωστή κατέυθυνση, νομίζω. Ο περφεξιονιστής jack-of-all-trades έχει πολλά
να μάθει ακόμα αλλά έφτιαξε (δηλ. έφτιαξαν) ένα δίσκο με αρκετή τεστοστερόνη και πολύ μαγκιά, που ούτε κομματάκι της
δεν έχουν δείξει οι Primal Scream π.χ ή οι Prodigy ή οι Beastie Boys ή οι Chemicals στις
τελευταίες τους δουλειές. Το γύρισε στο rock λοιπόν,
αλλά με ένα φρέσκο, δυνατό και βρώμικο ήχο διατηρώντας το ύφος των UNKLE, τις
αγχωτικές και κρυπτικές λεπτομέρειες. Χρειάζεται ανθρώπους γύρω του σίγουρα και συγκέντρωσε μια super ομμάδα μουσικών και πάλι (πέρα από τα φωνητικά βρίσκονται πολλοί και διάφοροι σε κιθάρες, μπάσα, drums και πλήκτρα)
επομένως μπορούμε με ασφάλεια να θεωρούμε τους UNKLE μια
κολλεκτίβα πλέον. Πάρτε το δίσκο αδιαφορώντας για τις μέτριες indie lifestyle κριτικές.
Ελπίζω να έρθουν από τα μέρη μας όπως έχει ειπωθεί... στη φαντασία μου το live τους είναι τόσο εντυπωσιακό. ‘Ισως το UNKLE της επόμενης δεκαετίας να πάρει τον επιπλέον βαθμό
που λείπει από το War Stories...
Rating: 9 / 10
Μαρία Καραγκούνη
War Stories promo: part 1 • part 2 • part 3
UNKLE - Burn My Shadow video
comments & discussion
|