Το φετινό line-up του Ejekt Festival ήταν αρκούντως πλουραλιστικό από υφολογικής
πλευράς και πολλά υποσχόμενο από όλες τις πλευρές. Ιδίως στο σκληροπυρηνικό κοινό, δηλαδή τους τύπους
που πηγαίνουν περιπαθώς και ευλαβικά μαζί και κλειδώνουν τον εαυτό τους στο
κάγκελο μπροστά από τη σκηνή, ή τους τύπους που διακορεύουν με θράσος το
πλήθος, όταν σκάνε τα μεγάλα ονόματα, υποσχόταν την άγια συναυλιακή εφίδρωση σε
πλεόνασμα και το στερεοτυπικό πανάσχημο αλλά εξίσου άγιο hangover της επομένης. Ο χώρος
όπου θα γινόταν το φεστιβάλ, άλλαξε τελευταία στιγμή λόγω ‘'ανυπέρβλητων
τεχνικών δυσκολιών''. Ο καινούριος χώρος όμως απέδειξε ότι ενδέχεται ο παναγιότατος
σκοπός να σοδομίσει αναίσχυντα τα μέσα. Η πρώτη μπάντα που εμφανίστηκε ήταν οι Έλληνες Zebra Tracks. Τα καλοπροαίρετα indie rock και electro-punk κομματάκια τους
ακούγονταν υπερβολικά κακογειωμένα και η φωνή πνιγμένη στον ποταμό Reverb...
Το ολιγάριθμο ακόμα κοινό θα παρακολουθούσε την εξέλιξη
του ήχου από το πρωτόγονο στάδιο στο βαρβαρικό στάδιο, με τη δεύτερη μπάντα, Obojeni program, να ακούγεται κάπως
θεραπευμένη από το ηχητικό καρκίνωμα αλλά ακόμα ηχοληπτικά ανερμάτιστη. Έχοντας
αφομειώσει τις επιρροές από The
Fall, Gang Of Four και Television, προχώρησαν στον
εκσυγχρονισμό τους και έφτασαν να θεωρούνται το καλύτερο δείγμα της Γιουγκοσλαβίας στο
εναλλακτικό φάσμα. Παρ' όλα αυτά, η φωνή παρέμενε πνιγμένη στον προαναφερθέντα
ποταμό και αυτό την έκανε να ακούγεται σαν post punk φωνασκία.
Όταν ήρθε η σειρά
των Bad
Religion ο
χώρος ήταν πλέον θεμιτά κατάμεστος. Μετά την πομπώδη εισαγωγή ήρθε το ‘'Do what you Want'' να εγείρει τον όχλο για να
δημιουργήσει τα προσδόκιμα pits. O Greg Garffin αφιόνισε
το κοινό με τις υποσχέσεις μια μανιασμένης συνέχειας, λόγω του ότι η μπάντα
είχε τη γιορτούλα της για τα 30 χρόνια παρουσίας, αλλά και τη διάθεση για αθανασία, καθώς οσονούπω βγάζουν
καινούριο δίσκο. Με το χαρακτηριστικό Crossbuster από πίσω τους, οι Bad
Religion ψηλαφίζοντας
όλη την πορεία τους, χάρισαν στο πλήθος το δυναμισμό που του άρμοζε και
σκέπασαν με τo
punk rock αλλά
ακριβό ένδυμα τους τον επίμονα κακοφορμισμένο ήχο. Μόνο κάποια ακατάσχετα solo της κιθάρας έμοιαζαν να επιθυμούν να τραυματίσουν
τα βασανισμένα ώτα σου. Αισθητές στιγμές κορύφωσης αποτέλεσαν κομμάτια όπως το ‘'American Jesus'' και ‘'21st Century Digital Boy''.
Οι ατόφιες όμως στιγμές κορύφωσης της ενέργειας του
πλήθους όπως ήταν αναμενόμενο πιστώθηκαν στους υποφαινόμενους. Οι Faith No More κατείχαν
το θώκο εξουσίας και αυτό φάνηκε από την αισθητή βελτίωση του ήχου και την
επαρκή εξάλειψη του απονευρωτικού θορύβου. Ο Mike Patton, παραπέμποντας αισθητικά σε χαρακτήρα
του Goodfellas ή σε
cool μαστροπό,
έπαιξε μελλόντικα στο theme
του
Midnight Cowboy, ξεκινώντας έτσι το setlist της
συναυλίας, το οποίο προσιδίαζε σε μεγάλο βαθμό με αυτό της περσινής τους συναυλίας.
Οι απαστράπτοντες τίτλοι κομματιών όπως Caffeine, Evidence, Last Cup Of Sorrows και Ashes To Ashes μπορούν
να ιχνογραφήσουν κάπως τη δυναμική του live και τις αντιδράσεις του κοινού, αλλά
αυτό που μοιάζει να είναι άφατο είναι αυτό που εκκρίνει η persona του Patton. Το να κάνεις την ποζεριά να φαίνεται ορμέμφυτη,
είναι σα να τετραγωνίζεις τον κύκλο ή να γράφεις το όνομα σου στο νερό, και ο Patton επαληθεύει
απρόσκοπτα αυτήν όπως και άλλες περιώνυμες δεξιότητες του ως frontman. Διατηρώντας το live διαδραστικό
και διεγερμένο με γκαγκς , όπως η
σκωπτική διασκευή του Chariots
Of Fire που θυμίζει παράσταση του τζιμάκου,
αλλά και οι λελογισμένα χυδαίες ατάκες του,''You guys look so good, I could eat souvlaki of your ass..'', συντελούν στο τελικό αφοπλιστικό
αποτέλεσμα.
Οι φωνητικές του ικανότητες μοιάζουν ατελεύτητες και η
χρησιμοποίηση του άφθαρτου και άοκνου λαρυγγιού του ως όργανο ακούγεται πάντα
απροσδόκητη. Εν ολίγοις, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο Patton βρίσκει
το γήρας μια κακή συνήθεια, την οποία δεν ψήνεται να αποκτήσει και ο μόνος
τρόπος που υπάρχει γι αυτόν για να χωνεύει το χρόνο είναι η μουσική.
Ύστερα από το ‘'Epic'', ‘'Just
A Man'' και ακαταπόνητες επευφημίες , κάποια
στιγμή οι Faith
No More αποφάσισαν
να λήξουν το live
και
για τον περισσότερο κόσμο το live
τελείωσε
όντως εκεί. Οι UNKLE
βρήκαν
το κοινό έκπνοο και αριθμητικά αδυνατισμένο. Στα rock ξεσπάσματα
τους όπως τη διαδοχή ‘'Burn
My Shadow'' και ‘'Chemistry'', η ανταπόκριση του κοινού
ήταν ευδιάκριτη, αλλά στις trip
hop και downtempo φάσεις
του setlist, με
τη συνοδεία video
projection, μικρές
μερίδες του κοινού έκριναν ότι είδαν αρκετά. Ο James Lavelle μαζί
με την υπόλοιπη μπάντα και τον Gavin
Clark κατόρθωσαν
να κερδίσουν το κοινό με ορισμένες γνωστές και αγαπημένες επιλογές, τουλάχιστον
σ' αυτούς που είχαν μείνει, όπως το Lonely Soul και το Heaven, αλλά αυτό που δεν κατάφεραν ήταν αυτό
που έλεγε ο Gavin
Clark λίγο
πριν το τέλος.'' Let's Make A
Night to remember''.
Το μεγαλόσχημο line-up
του
Ejekt αμαυρώθηκε
μερικώς είτε λόγω της ηλίθιας και μαστουρωμένης ηχοληψίας από τα γελαστά
τσιγάρα του περίγυρου, είτε λόγω της δύστροπης ακουστικής του χώρου. Το θλιβερό
αποτέλεσμα που κατακρεούργησε τον ιδεώδη χαρακτήρα του φεστιβάλ, ήταν το ότι
στο πρώτο μισό του ο ανώριμος ήχος, ο δυσφορικός θόρυβος που μαστίγωνε τα
κομμάτια και τα ‘'κωλόπαιδα'' που έκαναν skate, αναβίωναν κάποια τεράστια και
δυσάρεστη σχολική γιορτή.
Γιώργος Λεονταρίτης
Photos: Μιχάλης Λαζαρίδης
Bad Religion live in athens - recipe for hate
Faith No More live in athens - epic
UNKLE live in athens - natural selection
|