Πρώτοι βγήκαν, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, οι Maybeshewill, οι εκρηκτικοί
βρετανοί τους οποίους πολλοί παρομοιάζουν με τους 65daysofstatic. Δεν ήταν και τόσο
εκρηκτικοί, ήταν όμως βρετανοί. Οι βέροι βρετανοί (oi oi oi) ακολούθησαν μια κλασσική σύνθεση post rock, αλλά με τα κομμάτια
τους να μην ξεπερνούν τα τέσσερα λεπτά. Όταν άκουσα τον δίσκο Sing the Word Hope in Four-Part
Harmony (λίγο πριν τη συναυλία) ο ήχος τους μου φάνηκε κλασσικός post rock στα βήματα των God is an Astronaut.
Από τη στιγμή που
βγήκαν στην σκηνή και ξεκίνησαν τα όργανα να παίζουν η επήρεια όσων είχα πιει έφυγε
και πήγε σε κάποιον άλλον μάλλον. Ακούγονταν πλήκτρα στα οποία δεν έπαιζε
κανείς, ακούγονταν samples και loops χωρίς να
υπάρχει κάποιος dj και, το χειρότερο, απαγορευόταν το κάπνισμα και έτσι την
βγάλαμε ξεροσφύρι με όχι και τόσο καλό ηχητικό μοτίβο. Ίσως ήταν η μια ώρα
αναμονή, ίσως ήταν το όλο στυλ των Maybeshewill, που θύμιζε
νέο-emo punk φάση, ίσως απλά οργιάζει η φαντασία μου. Δεν ξέρω, πάντως
όλα αυτά οδήγησαν αρκετό κόσμο να βγει έξω και να ξαποστάσει λίγο, πριν καλά
καλά τελειώσουν το set τους.
Το set των Maybeshewill κράτησε
περίπου μία ώρα και στη συνέχεια, με μια μικρή αναμονή, ακολούθησαν οι Ανάπηροι Μαύροι Φοίνικες (Crippled Black Phoenix).
Ξεκίνησαν με το κομμάτι Rise up and fight και κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα της δισκογραφίας τους. Με τα
κομμάτια τους να κρατάνε από πέντε μέχρι είκοσι λεπτά, οι CPB έπαιξαν
ακούραστα για πάνω από μιάμιση ώρα με μεγάλη συμμετοχή του κοινού, το οποίο
κοινό ζήταγε να παίξουν τα wizard of blood, funeralpolis (κομμάτια των Electric Wizard) και κάπου ακούστηκε και ένα "Αεκαρα
ρε"! Ο καθένας με τον πόνο του δηλαδή.
Ο ήχος τους θύμιζε σε κάποια σημεία electric wizard και iron monkey και θα ήταν ακόμα καλύτερα αν δεν προέκυπταν κάποια
μικροπροβλήματα με τις καλωδιώσεις. Το τσέλο που έπαιζε η Charlotte Nicholls υπερκαλυπτόταν από τις ηλεκτρικές κιθάρες και
δυστυχώς δεν ακούστηκε πολύ. Όπως επίσης δεν
ακουγόταν και η κιθάρα του Joe Volk (τραγουδιστής). Τα πλήκτρα του Κώστα Παπαδημητρίου σε συνδυασμό με τα synths του Danny Ashberry (και με μια γερή δόση μπύρας) οδηγούσαν το μυαλό σου σε ένα
ουτοπικό μέρος όπου ήχος, χρώμα και μπύρα βρίσκονταν σε τέλεια αρμονία. Και εκεί
που ήσουν στο απόγειο του ταξιδιού έμπαινε ο Justin Greaves με
τα εκπληκτικά του riffs και σε επέστρεφε σε μια πραγματικότητα καλύτερη από την
ουτοπία. Ο αντικαπνιστικός νόμος δε μας άφηνε να συνοδέψουμε αυτή τη μουσική με
ένα τσιγάρο και χωρίς αυτό η απόλαυση αυτού του συμπλέγματος οργάνων και ήχων
ήταν ελλιπής.
Από πίσω, δυστυχώς, δεν έδειχνε κάποιου είδους ψυχεδελικών
και πειραματικών εικόνων και το μόνο που είχαν ήταν τα πολύχρωμα φώτα και τον
καπνό.
Ο πειραματισμός και οι πολυτάλαντοι μουσικοί των Crippled Black Phoenix σε
συνδυασμό με το μοντέρνο βικτωριανής εποχής εξοπλισμό συντέλεσαν στο να καταφέρει
η μπάντα να παράγει έναν αργό και σαγηνευτικό ήχο χωρίς να φτάσει στην υπερβολή
και γι'αυτό ακριβώς το κοινό τους καταχειροκρότησε.